Η πόρτα έστεκε επιβλητική εκεί στην άκρη του δρόμου,
κι έκρυβε ζηλόφθονα όσα όμορφα οι πράσινες περικοκλάδες που την έζωναν, σ’
έκαναν να μαντεύεις. Ο χωματόδρομος, νωπός ακόμα από την πρόσφατη βροχή,
μοσχοβολούσε εξοχή και βρεγμένο χώμα. Ο Ζώης, βαρύς από τις τελευταίες
εξελίξεις στη δουλειά του, που του στερούσαν πλέον και την τελευταία ελπίδα ν’
αποδράσει από τον ασφυκτικό κλοιό του πατρικού του σπιτιού, πήρε σκυθρωπός τον
πρώτο δρόμο που βρήκε μπροστά του βγαίνοντας από το γραφείο και κίνησε να
περπατάει. Έβαζε απλά το’ να πόδι μπρος απ’ τ’ άλλο δίχως σκοπό, χωρίς
προορισμό. Περπατούσε και σκέφτονταν, σκέφτονταν και περπατούσε. Ή μάλλον δε
σκέφτονταν, απλά επέτρεπε σε λέξεις και εικόνες ασύνδετες, χωρίς ειρμό, να
μπαινοβγαίνουν ανενόχλητες και να βολτάρουν τυχαία μέσα στο μυαλό του. Ακριβώς
έτσι όπως βόλταρε κι αυτός σ’ ένα τυχαίο δρόμο, που σταδιακά από οικείος και γνωστός
άρχισε να του γίνεται άγνωστος, με τα σπίτια του όλο και πιο αραιά, καθώς ο
Ζώης έβγαινε από την πόλη και συνέχιζε να περπατά στα περίχωρα και κατόπιν στην
εξοχή. Ώσπου η πράσινη πόρτα κι ο ψηλός τοίχος δεξιά κι αριστερά της, του
αναχαίτισαν την πορεία.
Στάθηκε μπρος της απορημένος. Μόλις εκείνη τη
στιγμή συνειδητοποιούσε πόσο πολύ είχε απομακρυνθεί. Η ματιά του καρφώθηκε πάνω
στην πόρτα σα να ήθελε να την τρυπήσει, να τη διαπεράσει, λες κι ο ξύλινος,
πολυκαιρισμένος, όγκος της έκρυβε τη λύση στα προβλήματά του. Μετά σήκωσε το
κεφάλι και κοίταξε τα λευκά σύννεφα που άδεια από βροχή πια γλιστρούσαν από
πάνω του. Και τότε τον είδε: είδε τον όμορφο κήπο της Εδέμ, που βλάσταινε πίσω
από την πράσινη πόρτα, να καθρεφτίζεται πάνω τους. Είδε και την κοπέλα,
καθισμένη στο βρεγμένο παγκάκι, να
παραμερίζει με το χέρι της ένα ξανθό τσουλούφι, που’ χε κολλήσει στο ψηλό της
μέτωπο, μετά να σηκώνει το βλέμμα και ν’ ατενίζει με τα βαθυγάλαζα μάτια της
τον ουρανό. Για μια απειροελάχιστη στιγμή οι ματιές τους διασταυρώθηκαν, μα
κείνη δεν έδειξε ν’ αντιλαμβάνεται μια ανθρώπινη παρουσία ανάμεσα στα σύννεφα….
Αυτός όμως πώς βρέθηκε εκεί; Έκπληκτος ο Ζώης διέτρεξε
με τη ματιά του κάτω χαμηλά το μονοπάτι του κήπου ως την πράσινη πόρτα. Κοίταξε
πίσω της, ή μάλλον μπροστά της,
αντικρίζοντας πεσμένο ανάμεσα στις λάσπες του δρόμου ένα σώμα, το δικό
του σώμα…. Για κάποιο περίεργο λόγο, δεν αισθάνθηκε καμία αναστάτωση, λες κι
εκείνο το χωρίς πνοή κορμί δεν ήταν καν κάτι άξιο λόγου, λες και ήταν κάτι ξένο
προς αυτόν, κάτι που δεν τον αφορούσε καθόλου….
Αντίθετα, το να αιωρείται ανάλαφρος στους αιθέρες, του δημιουργούσε μια
ψυχική ανάταση – μεταφορικά και κυριολεκτικά! Ένιωσε πως βρισκόταν εκεί ακριβώς
που θα’ πρεπε να βρίσκεται, εκεί όπου ανήκε. Ακόμη και τα προβλήματά του, του
φαίνονταν τώρα μακρινά και ξένα προς τον ίδιο. Παρ’ όλη την υψοφοβία του, δεν
αισθάνονταν καμιάς μορφής ίλιγγο, αλλά ούτε απορία, λες κι όλο αυτό που
συνέβαινε ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο!
Η κοπέλα σηκώθηκε αργά από το παγκάκι και κοίταξε
γύρω της, σαν κάτι ν’ αναζητούσε με το βλέμμα. Η καρδιά του Ζώη πήρε να χτυπά
άτσαλα μέσα στο στήθος του. Ένιωσε μια ταραχή, μια απόκοσμη διέγερση, καθώς ο
νους του το αρνούταν, μα όλο του το είναι έλκονταν, μαγεύονταν από το
υπερφυσικό όραμα, από τη γοητευτική οπτασία, που ξαφνικά είχε βρεθεί σε
απόσταση αναπνοής από τον ίδιο. Τα μάτια της κοπέλας στηλώθηκαν πάνω του και τα
χέρια της απλώθηκαν σε κάλεσμα προς το μέρος του. «Αν είναι όνειρο δε θέλω να
ξυπνήσω» σκέφτηκε καθώς τα πόδια του, υπακούοντας σε μια ξένη βούληση ωσάν
υπνωτισμένα, κινήθηκαν προς το μέρος της. Ένα ελαφρύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο
όμορφο, απροσδιόριστα γνώριμο πρόσωπό της και τον έκανε να προσέξει τη μαύρη
ελιά στη δεξιά γωνία των χειλιών της. Άπλωσε το χέρι του.. Εκείνη του το’ σφιξε
ενθαρρυντικά δείχνοντας με τα μάτια της κάτω χαμηλά το πεσμένο του σώμα.
Η πράσινη πόρτα υψώνονταν επιβλητική μπροστά του. Ο Ζώης χαμήλωσε το βλέμμα και κοίταξε τη λάσπη του δρόμου. Στα ρούχα του ούτε ίχνος της…. Ο στριγγός ήχος της πόρτας που άνοιγε τον έκανε να σηκώσει τα μάτια. Μια ηλικιωμένη γυναίκα εμφανίστηκε στο κατώφλι της. Ο κήπος πίσω της φανέρωνε έντονα σημάδια πολύχρονης εγκατάλειψης. «Σε περίμενα» του είπε η γυναίκα. Κοίταξε ερωτηματικά τα βαθυγάλαζα μάτια της. «Ήρθες για την αγγελία…» συνέχισε εκείνη χαμογελώντας, ενώ μια μικρή μαύρη ελιά πρόβαλε στη δεξιά γωνία των χειλιών της, πλάι ακριβώς σε μια από τις βαθιές ρυτίδες που αυλάκωναν το γερασμένο πρόσωπο…..
No comments:
Post a Comment