Pageviews past week

Friday, November 22, 2013

Ο φάρος

Άνοιξε τα μάτια του με δυσκολία. Στο βάθος αχνοφέγγιζε η ανατολή. Ήταν ζωντανός, κοίταξε γύρω του με αγωνία. Ήταν και οι δύο τους ζωντανοί. Ο πέτρινος φάρος για άλλη μια μέρα θα ύψωνε το ανάστημα του στη απέραντη κυριαρχία της παγωμένης θάλασσας. Άκουσε τα κύματα να χτυπούν με δύναμη το βράχο. Σηκώθηκε με δυσκολία και σκούντησε το φαροφύλακα που κοιμόταν εξαντλημένος δίπλα του.

-      Σήκω έχουμε δουλειά, τα οχυρώματα έχουν σχεδόν καταστραφεί ψέλλισε.

Η φωνή του έβγαινε με δυσκολία από το καταπονημένο σώμα του. Εκείνος του απάντησε με ένα μουγκρητό. Όταν πρωτοήρθε στο φάρο η φωνή του φύλακα τον έκανε να ανατριχιάζει. Σα να μιλούσε από μέσα του ένα απόκοσμο ζώο. Τώρα πια την είχε συνηθίσει.

Φόρεσε το παλτό του και κατέβηκε τις σκάλες. Έξω από την ασφάλεια του φάρου οι αισθήσεις του έμπαιναν σε κατάσταση συναγερμού. Παντού υπήρχαν σημάδια από τη χθεσινοβραδινή μάχη. Προχώρησε κατά μήκος των βράχων. Το κεφάλι του βούιζε και τα πόδια του με δυσκολία κουβαλούσαν το κορμί του. Ένας αδύναμος ήλιος ξεπρόβαλε πίσω από τη βαριά συννεφιά και για μια στιγμή τον θάμπωσε. Έκλεισε τα μάτια του. Όταν τα ξανά άνοιξε πισωπάτησε τρομαγμένος. Τα έκλεισε και πάλι με δύναμη σίγουρος πως όταν τα ξανά άνοιγε δεν θα την έβλεπε. Και όμως ήταν ακόμα εκεί. Στεκόταν ακίνητη στην άκρη του μεγάλου γκρι βράχου με το φουστάνι της να χορεύει στον παγωμένο αέρα. Τα μαλλιά της μια καιόμενη βάτος, του έκαψαν τα μάτια. Μα πιο πολύ τον τάραξε το βλέμμα της. Τον κοιτούσε με τα αχνογάλανα σχεδόν διάφανα μάτια της και ήταν σα να τον κοιτούσε η ίδια η θάλασσα.

-      Ποια είσαι, της φώναξε, από πού ήρθες;

Εκείνη δεν του απάντησε. Κοιτώντας μόνο μέσα στα μάτια τον πλησίαζε χωρίς βιασύνη.

-      Ήρθα για να σας βοηθήσω, του είπε, καλύτερα να γυρίσουμε στο φάρο.

Την ακολούθησε σαν υπνωτισμένος. Πάνω στο φάρο ο φύλακας είχε σηκωθεί και τακτοποιούσε τις λιγοστές τους προμήθειες. Όταν αντίκρισε τη γυναίκα δεν έδειξε έκπληξη. Την περιεργάστηκε μειδιάζοντας ειρωνικά και του έκανε νόημα να βγούνε έξω.

-      Πού τη βρήκες; Η φωνή του ακούστηκε κουρασμένη.

-      Αυτή με βρήκε όταν κατέβηκα κάτω.
-      Τέλειωσαν όλα. Ο φαροφύλακας τον κοίταξε και τα μάτια του τα σκίαζε η παραίτηση,

-      Τι εννοείς? Ήρθε να μας βοηθήσει.

-      Υπάρχει ένας μύθος που λέει ότι αν βγει η μέδουσα από τη θάλασσα αυτός ο φάρος θα κυριαρχηθεί από τα ερπετά.

Ο νεαρός μετεωρολόγος τον κοίταξε με απορία. Πριν λίγους μήνες όλα αυτά θα του φαίνονταν γελοία. Τώρα τον τρόμαζαν. Η απελπισία του είχε ρουφήξει κάθε απόθεμα ενέργειας. Και τώρα που φάνηκε μια ελπίδα σωτηρίας δεν ήθελε να την αφήσει να χαθεί. Έψαξε να τη βρει. Τη βρήκε να κάθεται στον ίδιο βράχο. Με το βλέμμα της τον κάλεσε κοντά της.

-      Πώς θα μας βοηθήσεις, τη ρώτησε.

-      Πρέπει να με εμπιστευτεί, χωρίς να ρωτάς, του ψιθύρισε.

Η φωνή της τον αποπλανούσε γλυκά. Το κύμα χτυπούσε ρυθμικά στο βράχο, σαν ένα μουσικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται αέναα. Το χέρι της ακούμπησε στο μάγουλο του. Παγωμένο και υγρό τον έκανε να ανατριχιάσει.

-      Δεν έχεις άλλη επιλογή.

Η γλώσσα της ακούμπησε τη δική του. Ένιωσε να βυθίζεται στην παγωμένη θάλασσα. Να βουλιάζει. Ο φόβος χάθηκε. Γαληνεμένος αφέθηκε στο κάλεσμα του βυθού. Ένας γλυκός ύπνος βάρυνε τα βλέφαρα του. Όταν συνήλθε ήταν μόνος. Άκουσε τη φωνή του φαροφύλακα που τον αναζητούσε.

Έτρεξε με δυσκολία στο φάρο.

-      Πρέπει να την εμπιστευθούμε, του φώναξε. Είμαι σίγουρος θα μας σώσει.

-      Είναι μια σειρήνα και σου έχει πάρει ήδη το μυαλό, του απάντησε αγριεμένος ο φύλακας. Καλά θα κάνεις να μην την ξαναπλησιάσεις.

-      Είσαι τρελός, αφήνεις τη μοναδική μας ευκαιρία να πάει χαμένη.

Έπεσε πάνω του με δύναμη. Ο φαροφύλακας τον έσπρωξε δυνατά. Οι δύο άντρες κυλίστηκαν στο χώμα. Πάλευαν ο ένας ενάντια στον άλλο και οι δύο μαζί ενάντια στη μοίρα τους που τους έριξε σ’ αυτή την κόλαση. Δύο αχνογάλανα μάτια τους παρατηρούσαν με ικανοποίηση. Η συμμαχία τους μόλις είχε καταλυθεί.

Το σκοτάδι έπεσε βαρύ πάνω στο φάρο και στους δύο άντρες που στέκονταν αμίλητοι. Ανάμεσα τους εκείνη.

-      Πάμε του ψιθύρισε, ήρθε η ώρα.

Εκείνος την ακολούθησε πειθήνιος, σίγουρος ότι θα τον οδηγούσε στη λύτρωση. Περπατούσαν για αρκετή ώρα, ο φάρος ήταν ήδη μακριά.

-      Εδώ, του είπε δείχνοντας του την είσοδο της σπηλιάς, του έκανε χώρο να περάσει.


Στο βάθος μια μικρή λιμνούλα γυάλιζε. Κρατώντας τον από το χέρι τον τράβηξε στο νερό. Το ένιωσε να ανεβαίνει στα γόνατα του στους μηρούς του, να βρέχει την κοιλιά και το στήθος του. Τα μάτια της κοιτούσαν συνεχώς τα δικά του. Μέσα τους τώρα καθρεφτιζόταν ο βυθός. Τα μαλλιά  του κουνήθηκαν ελαφρά καθώς ακούμπησαν το νερό. Ένιωσε την ίδια γαλήνη και έναν γλυκό ύπνο να του κλείνει τα βλέφαρα. Η τελευταία του εικόνα ένα ζευγάρι αχνογάλανα σχεδόν διάφανα μάτια.

No comments:

Post a Comment