Στη γειτονιά που μεγαλώσαμε, εγώ και ο κολλητός μου
ο Σωτηράκης, υπήρχε το καπηλειό του κυρ Βάγγου. Εκεί μαζευόντουσαν τα απογεύματα
οι πατεράδες μας και τα πίνανε.
Ένα μεσημέρι έστειλε τον Σωτηράκη ο πατέρας του να
πάρει κρασί, από το καπηλειό, γιατί το βράδυ θα είχαν καλεσμένους.
Πήρε τρία άδεια πλαστικά μπουκάλια και κίνησε για το
μαγαζί του κυρ Βάγγου. Εκείνη την ώρα το μαγαζί συνήθως δεν είχε πελάτες. Μπήκε
μέσα. Δεν ήταν κανείς. Δεν φώναξε ήταν
παιδάκι ντροπαλό. Προχώρησε στο μέσα δωμάτιο που εκεί υπήρχαν τα βαρέλια με το
κρασί στοιβαγμένα επιμελώς σε μεταλλικά δοκάρια στον τοίχο γύρω-γύρω. Εισχώρησε
μέσα αθόρυβα καθώς ήταν ντροπαλό παιδάκι. Εκεί βρήκε το κυρ Βάγγο ανεβασμένο
πάνω στο φρέσκο ανοιγμένο βαρέλι με το τσιγάρο στο στόμα και τα πόδια ανοιχτά
να κατουράει μέσα στο βαρέλι. Ο Σωτηράκης δεν μίλησε, τον άφησε να τελειώσει.
Τέλειωσε. Γύρισε, τον είδε. Το τσιγάρο ήταν ακόμη
στα χείλη του. Τι θες ρε; του λέει. Τότε θυμήθηκε ποιος ήταν ο λόγος που
βρισκόταν εκεί. Κυρ Βάγγο τρία μπουκάλια ρετσίνα, από αυτό να, το βαρέλι που
μόλις άνοιξες.
No comments:
Post a Comment