Καθαρά Δευτέρα 2012. Στην πλάτη ένα σακίδιο με τα
απαραίτητα, και λίγο λιγότερα: Ένα μπουκαλάκι νερό, ξηροκάρπια, σάντουιτς, η
φωτογραφική μηχανή και το κινητό. Παρέα, η φίλη μου η Γιάννα και ένα φιλικό μας
ζευγάρι, ο Δημήτρης και η Ελένη. Καθείς με το σάκο του. Προορισμός, η
Μακρυνίτσα. Μέσο, τα πόδια μας. Διαδρομή, τα καλντερίμια.
Βρεθήκαμε στις 10 στο σπίτι των παιδιών. Μην ξυπνήσουμε και
το χάραμα, μη μας βρει και το μεσημέρι. Επιβεβαίωση της διάθεσής μας για τρελό
περπάτημα αντί να πάρουμε το αμαξάκι των παιδιών και να ανηφορίσουμε «σαν
άνθρωποι» στο Πήλιο για φαγητό. Ναι, επιβεβαιώνουμε.
Ξεκινάμε χαρούμενοι. Ο καιρός είναι δροσερός, ηλιόλουστος
αλλά με προοπτική βροχής αργότερα. Το δρόμο είχα αναλάβει να τον δείξω εγώ, κι
ας είχα να πάω από τα μικρατά μου που πηγαίναμε οικογενειακώς. Πόσα μπορεί να
έχουν αλλάξει σε ένα ρέμα και κάποια μονοπάτια; Χμ… άντε, βρες την αρχή από το
μονοπάτι και τα ξαναλέμε, μου είπε η Γιάννα γελώντας. Όλοι γελάσαμε, κάποιοι
από κέφι, κάποιος από αμηχανία. Εγώ, ντε!
Η ανηφοριά μες στα πλατάνια έχει κάτι από δροσιά, κάτι από
φύση, κάτι από προσκοπική κατασκήνωση, κάτι από παιδικά αναγνώσματα της Enyd Blyton. Το γλίστρημα του
Δημήτρη στα πλατανόφυλλα και η παρολίγον βουτιά του στην παγωμένη λιμνούλα, το
σκαρφάλωμα της Ελένης στα πρασινισμένα από βρύα βράχια, οι χαμογελαστές
φωτογραφίες μας στο ξύλινο γεφυράκι, τα ανέκδοτα με τα οποία διάνθιζα την
εκδρομή μας, άλλα επίκαιρα και άλλα συνειρμικά.
Είμαστε πια κάτω από το βράχο, στο εκκλησάκι που είναι
λαξευμένο μέσα σε αυτόν. Αίσθημα κατάνυξης και δέος τόσο για την ανθρώπινη
διάνοια, όσο και για τη δύναμη της φύσης. Λέω εγώ. Η Γιάννα γελά ειρωνικά.
Άθεη, τι περιμένεις. Βουρ για το μονοπάτι προς Κουκουράβα. Τα ίχνη που άφησαν
οι πρόσκοποι για να μας βοηθήσουν πιότερο μας μπερδεύουν. Είμαστε και κάποιας
ηλικίας πια, δε θυμόμαστε όπως θυμόμασταν παλιότερα.
Αγνοούμε το σχόλιο του Δημήτρη και προχωρούμε με βήμα ταχύ,
ώσπου η άνοδος σταματά λόγω… λαχανιάσματος – άλλη παράταιρη απώλεια, λόγω
ηλικίας! Και αγυμνασιάς, προσθέτω, ένεκα δικαιοσύνης, για να συγκεντρώσω τα
βλέμματα κακίας από την παρέα. Στάση για νερό, φωτογραφίες, και λίγα
φυστικάκια. Συνεχίζουμε.
Δεν ξέρω αν είχα ξαναχαρεί τόσο για την επαφή με την
ανθρώπινη διάνοια όσο όταν «πιάσαμε» άσφαλτο. Καλό και το μονοπάτι, αλλά όταν
είναι τίγκα στην υγρασία έχει κάτι από περιπέτεια που μπορεί και να κουράζει.
Μικρή στάση. Μία βρύση με πεντανόστιμο νερό μας δροσίζει. «Το πιο ωραίο νερό
που έχω πιει ποτέ!» αναφωνεί η Ελένη. Κι ας μάθαμε αργότερα ότι είναι και το
πιο μολυσματικό της περιοχής. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ο κόσμος των
αισθήσεων και η επιστημονική γνώση διαφωνούν…
Αμέσως πάνω από τη βρύση, ξεκινά ένα καλντερίμι, από αυτά
που ελπίζεις να τελειώσουν σύντομα, αλλά δεν τελειώνουν. Από αυτά που
αναρωτιέσαι πώς τα ανεβοκατεβαίνουν οι άνθρωποι κάποιας ηλικίας του χωριού,
ενίοτε κουβαλώντας και νταμιτζάνες με νερό ή ξύλα για τη σόμπα. Από αυτά που
σου δίνουν να καταλάβεις γιατί εφευρέθηκε το αυτοκίνητο και η ασφαλτόστρωση!
Μετά την πρώτη στροφή, μας κλείνουν το δρόμο δύο άλογα.
Αδέσποτα δε θα τα έλεγες, αλλά ούτε και οικόσιτα. Πώς φέρονται στα άλογα; Τα
γατιά τα τρομάζεις, τα σκυλιά τα χαΐδεύεις, τα μουλάρια προσέχεις μη σε
κλωτσήσουν, τα φίδια περιμένεις να φύγουν. Τα άλογα όμως; Η τύχη είναι με το
μέρος μας, ένας κύριος, ντόπιος κατά τα φαινόμενα, παίρνει τα γκέμια και
τραβάει τα άλογα λίγα μέτρα παραπέρα. Όλη η θαρραλέα παρέα περνά πίσω από τα
άλογα γελώντας. Κανείς δεν παραδέχεται πού πήγε η ψυχή του.
Εντυπωσιακό, σκέφτομαι. Έχουμε μάθει να διαχειριζόμαστε έναν
απίστευτο όγκο πληροφοριών, πολλές από τις οποίες μας αφορούν προσωπικά και
μπορεί να είναι και πολύ πιο τρομακτικές από ένα δεμένο άλογο, αλλά, όχι, το
δεμένο άλογο ενεργοποιεί αρχέγονα ένστικτα επιβίωσης και φόβο.
Μία μεγάλη κλίση ακόμα και φτάσαμε στην πλατεία. Με τα άλογα
και τις γλυστερές τις πέτρες πέρασε και η ώρα, σκοτείνιασε και ο ουρανός. Τα
εστιατόρια είναι γεμάτα με καλοντυμένο κόσμο που ανέβηκε Πήλιο με το αυτοκίνητο
για να φάει παραδοσιακό φαγητό. Λες και το φαγητό είναι το μόνο που έχει να
προσφέρει το Πήλιο. Αράζουμε σε μια ακρίτσα της πλατείας. Ακρίτσα με την έννοια
ότι δίπλα μας είναι ο γκρεμός. Και μπροστά μας ο Βόλος πιάτο.
Ανοίξαμε τα εκδρομικά μας σακίδια, στρώσαμε τις πλαστικές
σακούλες, βγάλαμε σάντουιτς, πήραμε σοκολάτες από το περίπτερο, σαβουριάσαμε
τις προμήθειές μας, λέγοντας ιστορίες παράταιρες, για περιπέτειες και ταξίδια,
εκεί δίπλα στον πολιτισμό του φαγητού. Η επιστροφή ήταν πιο σύντομη. Κάθοδος
και κούραση, θανατηφόρος συνδυασμός. Βάλε και τη βροχή που μας πρόλαβε στην
πόρτα του σπιτιού μας. Αυτά είναι. Τα παιδιά της πόλης ανακαλύπτουν εαυτούς
στας εξοχάς. Σούπερ!
No comments:
Post a Comment